Το φαινόμενο της παρενιαυτοφορίας, το να βρίσκεται δηλαδή το δέντρο σε πλήρη καρποφορία και να παράγει ικανοποιητικά τη μία χρονιά, ενώ την επόμενη να παρατηρείται απότομα πτώση της παραγωγής που δεν οφείλεται σε παθολογικά ή σε κλιματολογικά αίτια, απασχολεί κάθε χρόνο τους παραγωγούς της Αιτωλοακαρνανίας, που η περσινή γενική ακαρπία στην ελιά τους «γονάτισε» στην κυριολεξία.
Ιδιαίτερο πρόβλημα αντιμετώπισαν οι παραγωγοί του δήμου Αγρινίου, αφού η ελιά καλύπτει το 50% της συνολικής γεωργικής παραγωγής της περιοχής. Αλλά και γενικότερα στην Αιτωλοακαρνανία η ελιά και το ελαιόλαδο είναι τα προϊόντα εκείνα που αποφέρουν εισόδημα σε πολύ μεγάλο μέρος του τοπικού πληθυσμού και έχει καταστεί σχεδόν μονοκαλλιέργεια μετά την δραματική μείωση της παραγωγής καπνού.
Φέτος τα ελαιόδεντρα έχουν δώσει καρπό, η παραγωγή είναι, όμως, στο σύνολό της, ελαφρώς λιγότερη από την αναμενόμενη. Αυτό μπορεί εν μέρει να οφείλεται, όπως εξηγεί και ο προϊστάμενος του υποκαταστήματος του ΕΛΓΑ Αγρινίου κ. Κοντοσπύρος, στις κλιματολογικές συνθήκες που επικράτησαν την άνοιξη.
Το μεγαλύτερο πρόβλημα ωστόσο φέτος παρατηρείται στην ποιότητα του καρπού, φαινόμενο που αποδίδεται στην κακοκαιρία, την έντονη βροχόπτωση και τη χαλαζόπτωση των τελευταίων ημερών.
«Δηλώσεις από παραγωγούς ότι χτυπήθηκε ο καρπός από το χαλάζι είχαμε την Τετάρτη 19 Νοεμβρίου από την Περιοχή των Παρακαμπυλίων, ενώ από τις βροχοπτώσεις και χαλαζοπτώσεις του Οκτωβρίου δηλώθηκαν ζημιές σε ελαιόδεντρα από παραγωγούς από το Νιοχώρι, τη Μάστρο, το Λεσίνι, την Αβώρανη, το Καινούργιο και κάποιες ακόμη περιοχές. Οι ελιές που χτυπήθηκαν θα πάνε για λάδι, η «καλή» παραγωγή εμπορεύεται ως επιτραπέζια ελιά», εξηγεί ο κ. Κοντοσπύρος.
Οι τυποποιητές ελιάς στην Αιτωλοακαρνανία επιβεβαιώνουν πως η ποιότητα της βρώσιμης ελιάς είναι χαμηλότερη κάτι που αποδίδουν στις καιρικές συνθήκες του τελευταίου μήνα. Την εικόνα αυτή τους μεταφέρουν και οι παραγωγοί, με τους οποίους βρίσκονται σε άμεση συνεργασία.
Το «Γεγονός» επικοινώνησε με τον κ. Κώστα Ζούκα, οικονομολόγο, μέλος του Δ.Σ της Πανελλήνιας Ένωσης Μεταποιητών- Τυποποιητών Εξαγωγέων Επιτραπέζιων Ελιών και διευθύνων σύμβουλο της ΑΜΑΛΘΕΙΑ ΑΕ. Ο κ. Ζούκας εξηγεί πως φέτος οι ελιές είναι περισσότερες από μια μέση χρονιά, ωστόσο η ποσότητα των διαθέσιμων επιτραπέζιων ελιών είναι περιορισμένη: «το αποτέλεσμα είναι το μεγαλύτερο μέρος της παραγωγής να πηγαίνει για λάδι. Φέτος υπάρχει όψιμη παραγωγή, δηλαδή οι ελιές αργούν να ωριμάσουν. Τόσο αυτό, όσο και το πλήγμα που δέχθηκε ο καρπός είτε από το χαλάζι, είτε από τον δάκο που την τελευταία εβδομάδα παρουσιάζεται πιο πολύ έντονα λόγω της υγρασίας, σε συνδυασμό με την υψηλή αγοραστική αξία του ελαιολάδου, οδηγούν σε μείωση της διαθέσιμης βρώσιμης ελιάς». Όπως εξηγεί ο κ. Ζούκας η ποιότητα της παραγωγής επιτραπέζιας ελιάς δεν πληροί φέτος τις υψηλές προδιαγραφές άλλων ετών, κάτι που όπως αναφέρει, δυσχεραίνει και τη διαδικασία εξαγωγής τους.
Στα διοικητικά όρια του δήμου Αγρινίου, συνολικά καλλιεργούνται 130.440 στρέμματα ελαιόδεντρων, εκ των οποίων τα 36.390 είναι ελιές για παραγωγή λαδιού, τα 82.456 είναι βρώσιμης ελιάς και τα 11.600 στρέμματα είναι ελιές «διπλής κατεύθυνσης», που μπορούν δηλαδή, ανάλογα με την ποιότητα και την πρόθεση του παραγωγού, είτε να τυποποιηθούν, είναι να σταλούν στο ελαιοτριβείο.
Μαρίνα Ζαρκαβέλη