Συμπληρώθηκε ένας χρόνος από τον εμπρησμό του αυτοκίνητου του δημοσιογράφου Παναγιώτη Τσακανίκα, τις πρωινές ώρες της 29ης Απριλίου του 2014. Σε μια προεκλογική περίοδο που στο Αγρίνιο είχε έντονα χαρακτηριστικά, από τα οποία δεν ξέφυγαν και τα ΜΜΕ, αφού ακούστηκαν και γράφτηκαν πολλά και σε βάρος δημοσιογράφων. Ήταν μια ενέργεια που καταδικάστηκε από όλες τις δημοτικές παρατάξεις , από κόμματα και άλλους φορείς, για την oποια όμως οι θρασύδειλοι δράστες παραμένουν ασύλληπτοι. Τόσο οι ίδιοι όσο και οι πιθανοί ηθικοί αυτουργοί μια πρωτοφανούς ενεργείας σε βάρος του τοπικού τύπου.
Από την αρχή οι έρευνες επικεντρώθηκαν σε ακραία άτομα που αναπροσδιορίζονται στον λεγόμενο αντιεξουσιαστικού χώρο, αλλά και στο γεγονός ότι ο δημοσιογράφος, είχε εκείνη την περίοδο δικαστικές εμπλοκές και σοβαρές διαφορές με τη Χρυσή Αυγή. Παράλληλα μετά την επίθεση, υπήρξε ενημέρωση στην ασφάλεια και για άτομα που θα μπορούσαν να βρίσκονται πίσω από την ενέργεια αυτή , αφού κατά το παρελθόν είχαν εκφράσει απειλές σε βάρος του για δημοσιεύματα κλπ.
Έιναι χαρακτηριστικό για παράδειγμα ότι υπήρξαν φραστικές επιθέσεις και απειλές από άτομα που αναπροσδιορίζονταν στον αντιεξουσιαστικό χώρο, που στοχοποίησαν τον δημοσιογράφο και το agriniopress.gr παλιότερα και θεωρείται πως ίσως κάποιοι με αυτήν την ενέργεια να ήθελαν να στείλουν ένα μήνυμα γενικότερα στον χώρο ώστε οι όποιες δημοσιεύσεις να είναι , προφανώς, πιο “προσεκτικές”. Λίγες μέρες πριν την επίθεση σε άλλο site του Αγρινίου, υπήρξε ανάρτηση για το “άβατο της πλατείας Δημαδη” και αυτό ίσως να εκνεύρισε ακραία στοιχεία, που θέλησαν έτσι να στείλουν το μήνυμα…
Από την άλλη μεριά, εκτίμηση του δημοσιογράφου είναι πως δεν αποκλείεται νεοναζιστικά – ακροδεξιά στοιχεία να ευθύνονται για τον εμπρησμό. Είναι χαρακτηριστικό για παράδειγμα πως λίγες μέρες πριν τον εμπρησμό ο Π. Τσακανίκας είχε καταθέσει στις εφέτες – ανακρίτριες για την υπόθεση της Χρυσής Αυγής, με αφορμή απειλές που δέχτηκε από τον βουλευτή Μπαρμπαρουση , ενώ μερικές μέρες μετά ήταν κατηγορούμενος σε δίκη για συκοφαντική δυσφήμιση, μετά από μήνυση από γνωστό τοπικό στέλεχος της Χρυσής Αυγής. Όταν η μήνυση είχε κατατεθεί τον Σεπτέμβριο του 2013 οι τοπικές αστυνομικές δυνάμεις μάλιστα είχαν προχωρήσει στη σύλληψη του δημοσιογράφου, κάτι που σε καμιά άλλη περιοχή της Ελλάδος δεν έγινε, παρά τις αλλεπάλληλες μηνύσεις που έχουν δεχτεί από χρυσαυγίτες πολλοί δημοσιογράφοι, σε μια προσπάθεια τρομοκράτησης τους . Εκείνη την περίοδο επίσης, ο Π. Τσακανικας στάθηκε ιδιαίτερα επικριτικά με άρθρα και ρεπορτάζ του απέναντι στο “φαινόμενο Χ.Α.” που θέλησε να επιβληθεί στο Αγρίνιο και κατέγραψε αποκλειστικά επιθέσεις που έγιναν σε μουσικό στέκι όπου σύχναζαν και αντιεξουσιαστές στο Αγρίνιο. Μάλιστα σε μια περίπτωση κατέγραψε και τα δυο οχήματα από τα όποια κρανοφόροι έκαναν επίθεση στο στέκι, γεγονός, που δεν αποκλείεται να εκνεύρισε και να ενόχλησε κάποιους “έξαλλους” της Χ.Α.
Όμως δεν είναι μόνον τα παραπάνω που μπορεί να οδηγούν σε κάποια συμπεράσματα. Θα πρέπει να γίνει ακόμη αναφορά στο νοσηρό κλίμα που δημιουργήθηκε πριν από έναν χρόνο προεκλογικά, εξαιτίας της πόλωσης που θέλησαν να επιβάλλουν κάποιοι υποψήφιοι. Υπήρχαν υποψήφιοι συγκεκριμένης παράταξης, που με αναρτήσεις τους κυριως στο διαδίκτυο συκοφαντούσαν και απειλούσαν ουσιαστικά δημοσιογράφους που δεν τους ήταν αρεστοί με αυθαίρετα σχόλια και διαπιστώσεις του τύπου “διαπλεκόμενοι”, “σύστημα, “τα παίρνετε” κλπ. επειδή ο δημοσιογράφος δεν υποστήριζε τόσο ένθερμα την παράταξη τους! Άθελα τους ίσως, να όπλισαν το χέρι των εμπρηστών, και αυτό αποτελεί εκτίμηση του θύματος. Όλοι αυτοί μετά την επίθεση, πιθανώς και από ενοχές, σιώπησαν…
Υπόψη των αστυνομικών αρχών τέθηκαν και άλλα στοιχεία ατόμων που καθύβριζαν με ανώνυμα σχόλια τον Π. Τσακανίκα και σε βάρος ενός μάλιστα κατατέθηκε μήνυση, αλλά και κάποιες περιπτώσεις που κατά τον ίδιο θεωρούνται ύποπτες.
Από εκεί και πέρα οι έρευνες κινούνται σε δυο βασικές κατευθύνσεις υπόπτων, αλλά πάρα τις πρόσφατες αισιόδοξες διαβεβαιώσεις που δόθηκαν δημόσια από τον νέο Γενικό Αστυνομικού Διευθυντή κ. Ανδρικόπουλο, δεν υπήρχε καμιά απολύτως εξέλιξη. Και πιθανώς να μην υπάρξει, αφού δύσκολα οδηγούνται σε διαλεύκανση τέτοιου είδους “καταδρομικές” επιθέσεις.
Όπως παραμένουν και τα ερωτήματα. Ποιοι και γιατί θέλησαν μέσα σε προεκλογική περίοδο να εκφοβίσουν δημοσιογράφους και μέσα ενημέρωσης; Ποιοι επιχείρησαν και επιχειρούν να επιβάλλουν “σιωπητήριο”; Ποιοι είναι οι φασίστες τραμπούκοι που τόσο φοβούνται την ελευθερία της έκφρασης και της άποψης και τελικά, την ίδια τη δημοκρατία;